ΤΙΤΑΝΟΜΑΧΙΑ
Ο Ησίοδος περιγράφει δραματικά την κατάσταση που επικρατούσε σ' ολόκληρη την πλάση. Οι θεοί και από τις δυο παρατάξεις άρπαζαν πελώριους βράχους από τα βουνά που είχαν για προκάλυμμα, την Όθρη και τον Όλυμπο αντίστοιχα, και τους εκσφενδόνιζαν στους αντιπάλους τους. Ολόκληρη η Γη τραντάζονταν και άνοιγαν πληγές στο απέραντο κορμί της. Άλλοτε οι πελώριες κοτρόνες συγκρούονταν στον αέρα και από το φοβερό τους κρότο βούιζε ολόκληρος ο Ουρανός. Άλλοτε πάλι ξέφευγαν από τη σωστή τους πορεία και έπεφταν στον Πόντο που στέναζε κι αυτός· βυθίζονταν απότομα και κατέληγαν στα υγρά παλάτια του Νηρέα. Ο Όλυμπος και η Όθρη τινάζονταν συθέμελα όταν οι τρομεροί θεοί έβρισκαν το στόχο τους. Οι δονήσεις, τα τραντάγματα και η βοή έφταναν μέχρι τα απόμακρα Τάρταρα. Η αναταραχή αυτή γινόταν πιο έντονη όταν οι αντίπαλες παρατάξεις εγκατέλειπαν τα μόνιμα στρατόπεδά τους και έκαναν εφόδους προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση. Τότε τα πελώρια πόδια τους άφηναν σημάδια πάνω στην επιφάνεια της γης. Σε μια πολύ δύσκολη στιγμή για τους Ολύμπιους, ο Δίας, που μέχρι τότε σχεδίαζε τη στρατηγική που θα ακολουθούσε η παράταξή του και έδινε οδηγίες στους συμμάχους του, δεν άντεξε και μανιασμένος όρμησε στη μάχη. Τότε χρησιμοποίησε τα όπλα του που του είχαν χαρίσει οι Κύκλωπες. Ο Ουρανός και ο Όλυμπος ταράχτηκαν από τις βροντές του. Ο Δίας με τρομερή ορμή σκόρπιζε τους κεραυνούς και τις αστραπές προς όλες τις κατευθύνσεις. Από το στιβαρό του χέρι η φλόγα απλώθηκε παντού. Τεράστια πυρκαγιά ξέσπασε και καταβρόχθιζε λαίμαργα τα απέραντα δάση. Η φλόγα γιγαντωμένη έτρεχε από τη μια άκρη της γης στην άλλη. Η μεγάλη θερμοκρασία άρχισε να επηρεάζει και το υγρό στοιχείο. Έβραζαν τα νερά του καταγάλανου Ωκεανού και του απέραντου Πόντου. Τεράστιες ποσότητες νερού άρχισαν να εξατμίζονται και ν' ανεβαίνουν προς τα πάνω. Εκεί ενώθηκαν με τους κατάμαυρους καπνούς που έβγαιναν από το άγριο κάψιμο των δασών.
Η πυρκαγιά έφτασε μέχρι το απέραντο Χάος, που μετά από ατέλειωτους αιώνες άρχισε ν' αστράφτει και να φεγγοβολάει από τις πύρινες γλώσσες.
Η βουή και η αντάρα ήταν τέτοια, που αν κάποιος άκουγε και παρακολουθούσε όσα συνέβαιναν, θα έφερνε στο μυαλό του την αναταραχή που γινόταν όταν τότε στην αρχή της Κοσμογονίας ζευγάρωνε ο Ουρανός με τη Γη για να δημιουργήσουν το σύμπαν. Τώρα όμως έμοιαζε σαν και αυτός να επρόκειτο να πέσει από τα τεράστια ύψη του και αυτή να ξεριζωθεί από τα παντοδύναμα θεμέλιά της. Είχαν έρθει τα πάνω κάτω.
Ο μαύρος καπνός και οι ζεματιστοί ατμοί κύκλωναν τους Τιτάνες, που δυσκολεύονταν να ανασαίνουν και να βλέπουν καθαρά. Οι κεραυνοί, οι αστραπές και οι φλόγες της φωτιάς τύφλωναν τους γιγάντιους αντιπάλους του Δία. Είχαν αρχίσει ήδη να εξαντλούνται και το στρατόπεδό τους περνούσε δύσκολες ώρες.
Πάνω σε τούτη την κρίσιμη στιγμή, όταν μετά από δέκα χρόνια η μάχη άρχισε να κλίνει με το μέρος της παράταξής του, ο Δίας σκέφτηκε πάλι το χρησμό της Γης. Εκτός από τους Κύκλωπες, ο Κρόνος και τ' αδέρφια του είχαν κλείσει στα Τάρταρα και τρεις άλλους φοβερούς γίγαντες, τους Εκατόγχειρες. Αμέσως έτρεξε στη σκοτεινή φυλακή τους. Η Κάμπη είχε ξυπνήσει και προσπάθησε να τον εμποδίσει. Αυτή τη φορά όμως ο Δίας χρησιμοποίησε τα νέα του όπλα. Κατακεραύνωσε την Κάμπη, που άρχισε να φλέγεται και να ουρλιάζει. Σε λίγο απέμεινε μόνο το καμένο κουφάρι της. Ο Δίας χρησιμοποιώντας τα μαγικά βότανα της γιαγιάς του έλυσε από τα δεσμά τους τον Κόττο, τον Αιγαίονα και τον Γύγη. Αυτοί ενθουσιασμένοι από την πράξη του του υποσχέθηκαν αιώνια πίστη.
Ανέβηκαν όλοι μαζί στην επιφάνεια της γης, όπου συνεχιζόταν η τρομερή μάχη. Τη στιγμή που οι Τιτάνες εξασθενημένοι κατέβαλλαν την τελευταία τους προσπάθεια για να αναχαιτίσουν τους Ολύμπιους, οι Εκατόγχειρες τυφλωμένοι από το μίσος τους για την αχαριστία που τους έδειξαν τα αδέρφια τους, άρπαξαν με τα τριακόσια συνολικά χέρια τους τριακόσιους τεράστιους βράχους και τους καταπλάκωσαν. Και όταν πέτυχαν τούτο το απίστευτο, τότε πια τους πήραν και τους έριξαν στα σκοτεινά Τάρταρα. Εκεί δηλαδή που τους είχε φυλακίσει ο Ουρανός όταν ήταν νεογέννητοι. Εκεί που είχαν κλειδώσει τα αδέρφια τους, τους Κύκλωπες και τους Εκατόγχειρες, παρά τις αντίθετες συμβουλές της Γης.
Αμέσως οι Κύκλωπες κατασκεύασαν χάλκινους φράχτες γύρω από τα κελιά των Τιτάνων και τριπλό ατσάλινο τείχος. Τις πόρτες κλείδωσε ο Ποσειδώνας και ο Δίας ανέθεσε στους Εκατόγχειρες να παραμείνουν εκεί, πιστοί του φύλακες. Έτσι τέλειωσε η Τιτανομαχία, μια από τις πιο σπουδαίες και τις πιο μακροχρόνιες δοκιμασίες που έπρεπε να περάσει ο Δίας μέχρι να γίνει ο μοναδικός κυβερνήτης του Σύμπαντος. Σε λίγο άρχισε ολόκληρη η πλάση να ηρεμεί και η πυρκαγιά που προκλήθηκε από τους αμέτρητους κεραυνούς του Δία υποχώρησε. Οι θεοί του Ολύμπου γιόρτασαν τη νίκη τους και ευχαρίστησαν τη Γη που τόσο πολύ τους βοήθησε.