ΚΕΝΤΑΥΡΟΙ ΚΑΙ ΚΕΝΤΑΥΡΟΜΑΧΙΑ
Ο Πειρίθους πήρε μέρος, στο πλευρό του Θησέα, στην εκστρατεία κατά των Αμαζόνων και βοήθησε τον Θησέα στην αρπαγή της ωραίας Ελένης από το ναό της Αρτέμιδας.Ο μύθος περιγράφει ως εξής το τέλος του Πειρίθου. Ο Πειρίθους ερωτεύτηκε την Περσεφόνη και θέλησε να την κάνει γυναίκα του. Με σύμμαχό του τον αδερφικό του φίλο Θησέα κατέβηκε στον Άδη για να απαγάγει την Περσεφόνη. Τα σχέδιά του όμως κατάλαβε ο βασιλιάς του Κάτω Κόσμου. Αλυσόδεσε, λοιπόν, τους δυο επίδοξους απαγωγείς σε ολόχρυσους θρόνους. Αργότερα ο Ηρακλής όταν κατέβηκε στον Άδη, κατάφερε να απελευθερώσει τον Θησέα από τα δεσμά. Όταν όμως προσπάθησε να λυτρώσει και τον Πειρίθου από την αιχμαλωσία, μεγάλος σεισμός συγκλόνισε τη Γη και τον Κάτω Κόσμο. Ο ήρωας τότε υπακούοντας στη θεϊκή βούληση, εγκατέλειψε για πάντα τον Πειρίθου στον Άδη.
Με τους Κένταυρους δε δίστασε να αναμετρηθεί ο ημίθεος Ηρακλής, ο οποίος αφού σκότωσε τους σπουδαιότερους απ' αυτούς, κατάφερε να διώξει τους υπόλοιπους από την Αρκαδία.
Όταν κάποτε ο Ηρακλής βρέθηκε στο δάσος της Φολόης, καταδιώκοντας τον Ερυμάνθιο κάπρο, φιλοξενήθηκε από τον Κένταυρο Φόλο, γιο του Σιληνού και της νύμφης Μελίας. Ο Φόλος πρόσφερε στον ήρωα γλυκύτατο κρασί, δώρο του θεού Διόνυσου. Ο Διόνυσος είχε χαρίσει στον Φόλο ένα πιθάρι με υπέροχο, αρωματικό κρασί, όταν ο Κένταυρος έλυσε μια διαφορά του θεού με τον Ήφαιστο, για το νησί Νάξος, υπέρ του Διόνυσου.
Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, το κρασί ανήκε σε όλους τους Κένταυρους της Φολόης, φανατικούς φίλους του καλού κρασιού. Γρήγορα το άρωμα του θεϊκού κρασιού απλώθηκε τριγύρω. Το μυρωμένο αέρα οσμίστηκαν και οι άλλοι Κένταυροι της Φολόης. Πλησίασαν, λοιπόν, τη σπηλιά του Φόλου με επιθετικές διαθέσεις αλλά ο ημίθεος τους απέκρουσε. Αφού σκότωσε αρκετούς, καταδίωξε τους υπόλοιπους μέχρι τον Μαλέα. Όσοι επέζησαν ζήτησαν καταφύγιο σε απόμακρα σημεία. Έτσι ο Ευρυτίωνας κρύφτηκε στη Φολόη, ενώ ο Νέσσος στον ποταμό Εύηνο. Κι αυτοί όμως εξοντώθηκαν από τα φαρμακερά βέλη του Ηρακλή.
Ο μύθος λέει ότι όταν ο Ηρακλής έφτασε στον Μαλέα, καταδιώκοντας τους άλλους Κένταυρους, συναντήθηκε με το σοφό Κένταυρο Χείρωνα.
Από τραγικό λάθος ο Χείρωνας πληγώθηκε από τα δηλητηριώδη βέλη του Ηρακλή. Η πληγή ήταν αγιάτρευτη και ο πόνος αβάσταχτος. Ο Ηρακλής τον περιποιήθηκε, αλλά τίποτε δεν μπορούσε να ανακουφίσει το δύστυχο Κένταυρο. Ο Χείρωνας προτίμησε να αρνηθεί την αθανασία του, μη μπορώντας να αντέξει τον αιώνιο πόνο και πρόσφερε τη θέση του στον Όλυμπο στον Προμηθέα.
Εξίσου άδικος, κατά το μύθο, ήταν και ο θάνατος του Φόλου. Ο άτυχος Κένταυρος, ενώ περιεργαζόταν ένα από τα φαρμακερά βέλη του Ηρακλή, τρυπήθηκε απ' αυτό και ξεψύχησε. Απαρηγόρητος ο Ηρακλής για το διπλό χαμό, τον έθαψε με τιμές.
Τον Κένταυρο Ευρυτίωνα καταδίωξε ο Ηρακλής στη Φολόη και τον σκότωσε έπειτα από παράκληση του Δεξαμενού, βασιλιά του Ολενού. Σύμφωνα με το μύθο ο Ευρυτίωνας εκβίαζε τον Δεξαμενό να του δώσει για γυναίκα του την κόρη του Μνησιμάχη. Ο Ηρακλής σκότωσε τον Ευρυτίωνα και παντρεύτηκε τη Μνησιμάχη.
Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, η Δηιάνειρα ήταν η κόρη του Δεξαμενού. Ο Ηρακλής σκότωσε τον Ευρυτίωνα κατά την τελετή του γάμου και παντρεύτηκε τη Δηιάνειρα.
Η επικρατέστερη εκδοχή για το θάνατο του Κένταυρου Νέσσου είναι η ακόλουθη: Ο Νέσσος κατοικούσε κοντά στον ποταμό Εύηνο. Ερωτεύτηκε τη Δηιάνειρα και προσπάθησε να τη βιάσει. Έντρομη η άτυχη γυναίκα έβαλε τις φωνές. Ο Ηρακλής πρόλαβε και έστειλε τα φαρμακερά του βέλη στην καρδιά του Νέσσου. Ξεψυχώντας ο Νέσσος θέλησε να εκδικηθεί το φονιά του, αυτόν που αφάνισε ολόκληρη την πανίσχυρη φυλή του. Ζήτησε από τη Δηιάνειρα να αναμείξει το σπέρμα και το αίμα του, που χύθηκαν καταγής, και μ' αυτά να αλείψει ένα χιτώνα του Ηρακλή. Έτσι, της υποσχέθηκε, ο Ηρακλής θα έμενε για πάντα κοντά της, πιστός σκλάβος του έρωτά της. Η αφελής πείστηκε και ο κορυφαίος των ηρώων της Ελληνικής Μυθολογίας βρήκε φριχτό θάνατο.
Οι Κένταυροι, οι Λαπίθες και η Κενταυρομαχία, υπήρξαν από τα πιο αγαπητά θέματα των καλλιτεχνών της αρχαιότητας. Η αλλόκοτη όψη των μυθολογικών αυτών τεράτων, η αρπαγή των γυναικών, η φοβερή πολεμική σύγκρουση, ενέπνευσαν τους καλλιτέχνες, οι οποίοι δημιούργησαν έργα απαράμιλλου αισθητικού κάλλους.
Σταδιακά η άγρια, κτηνώδης, απωθητική, απόκοσμη όψη των Κενταύρων μεταβλήθηκε. Η μορφή ημέρωσε και γλύκανε. Αργότερα οι Έλληνες παρουσίασαν τους Κένταυρους με περισσότερο ανθρώπινα χαρακτηριστικά και ιδιότητες. Κρατώντας κύπελλα, πυρσό, αυλό, λύρα ή ντέφι εμφανίζονταν να ξεφαντώνουν συντροφιά με τον Διόνυσο, το Πάνα, τους Σάτυρους, τους Σιληνούς, τις Βακχίδες και τις Μαινάδες. Άλλοτε πάλι με έκφραση εκστατική, που αποπνέει ερωτισμό, να παίζουν γλυκά με το μικρό φτερωτό γιο της Αφροδίτης, τον Έρωτα.