ΗΡΑΚΛΗΣ

Ο ΗΡΑΚΛΗΣ ΜΕ ΛΕΩΝΤΟΜΟΡΦΟ ΚΡΑΝΟΣ Στην Οιχαλία, αρχαία περιοχή που άλλοι τοποθετούν στη Θεσσαλία, άλλοι στην Εύβοια και οι περισσότεροι στη Μεσσηνία, ζούσε ένας πλούσιος βασιλιάς, ο Εύρυτος, που είχε μια πανέμορφη κόρη, την Ιόλη. Κάποτε έφτασε η ώρα η Ιόλη να παντρευτεί. Επειδή έπρεπε να πάρει σύζυγο το δυνατότερο άνδρα της εποχής, ο Εύρυτος διακήρυξε πως θα δώσει την κόρη του σ' αυτόν που θα νικήσει το βασιλιά και τους γιους του στη χρήση του τόξου. Ο Ηρακλής ήταν ο νικητής αλλά η οικογένεια αρνήθηκε να του δώσει την Ιόλη φοβούμενη μήπως έχει την τύχη της Μεγάρας και των παιδιών της σε καμιά άλλη κρίση μανίας του ήρωα. Με τον Ηρακλή τάχτηκε μόνο ο μεγαλύτερος γιος του Εύρυτου, ο Ίφιτος. Ο Ηρακλής κατέφυγε στην Τίρυνθα, όπου πήγε να τον συναντήσει ο Ίφιτος. Χολωμένος ο ήρωας, καταλήφθηκε και πάλι από μανία και γκρέμισε τον Ίφιτο από έναν πύργο του οχυρωματικού περίβολου της Τίρυνθας. Έτσι εξόντωσε ένα φίλο του.

Η πράξη του αποτελούσε και πάλι μίασμα που έπρεπε να καθαρθεί. Κανείς δεν ήταν πρόθυμος να βοηθήσει τον ήρωα σ' αυτή την κάθαρση, ενώ παράλληλα ο Ηρακλής είχε περιπέσει σε κατάθλιψη και αρρώστια. Ακόμα και στο μαντείο των Δελφών, όπου πήγε για ν' αναζητήσει τη λύτρωση, η Πυθία αρνήθηκε να του δώσει χρησμό. Θυμωμένος ο Ηρακλής άρπαξε τότε το μαντικό τρίποδα και διακήρυξε πως θα ίδρυε δικό του μαντείο. Στο δρόμο τον πρόλαβε ο Απόλλωνας και άρχισαν να φιλονικούν ζωηρά. Επειδή η φιλονικία δεν είχε τελειωμό παρενέβη ο ίδιος ο Δίας που με κεραυνό χώρισε τους αντιμαχόμενους. Τελικά, ο ήρωας πήρε τον πολυπόθητο χρησμό ότι ο ήρωας έπρεπε να πουληθεί για τρία χρόνια σαν δούλος και το ποσό που θα προέκυπτε να δινόταν στον Εύρυτο σαν αποζημίωση.

Ο Ηρακλής πουλήθηκε στη βασίλισσα των Λυδών Ομφάλη, αλλά ο Εύρυτος δε δέχτηκε τα ανταλλάγματα. Έτσι ο ήρωας αναγκάστηκε να πραγματοποιήσει νέους άθλους που αφορούσαν την κατατρόπωση διάφορων κακοποιών. 

Πρώτα εξόντωσε τους Κέκροπες στην περιοχή της Εφέσου, τους οποίους έδεσε ανάποδα σε μια μακριά ράβδο που κρατούσε στους ώμους του. Κατόπιν σκότωσε τον αμπελουργό Συλέα που αιχμαλώτιζε τους διαβάτες, τους έβαζε με το ζόρι να σκάβουν στο αμπέλι του και μετά τους εξόντωνε.Μετά την Ομφάλη ο Ηρακλής ανέλαβε κάποιες εκστρατείες εναντίον ανθρώπων που τον είχαν κοροϊδέψει. Έτσι επικεφαλής ομάδας άλλων ηρώων εκστράτευσε πρώτα εναντίον του βασιλιά της Τροίας Λαομέδοντα.

Ο Ηρακλής επιστρέφοντας από την Κολχίδα όπου είχε λάβει μέρος στην Αργοναυτική εκστρατεία, περνώντας από την Τροία την απάλλαξε από ένα φοβερό κήτος που είχε στείλει ο Ποσειδώνας εναντίον της. Ο βασιλιάς Λαομέδοντας, ενώ είχε υποσχεθεί κάποια περίφημα άλογα στον Ηρακλή, αρνήθηκε να του τα δώσει. Η εκστρατεία εναντίον της Τροίας στέφθηκε από απόλυτη επιτυχία, ο Ηρακλής θανάτωσε τον Λαομέδοντα, αιχμαλώτισε την κόρη του Ησιόνη και το γιο του Ποδάρκη, ενώ όλη η υπόλοιπη οικογένεια ακολούθησε το βασιλιά στο θάνατο. Η Ησιόνη δόθηκε σαν βραβείο στο σύντροφο του Ηρακλή Τελαμώνα και τον ακολούθησε στην πατρίδα του Σαλαμίνα κάνοντάς του ένα γιο, τον Τεύκρο. Επειδή ο Ποδάρκης ήταν ο μόνος που υποστήριξε την απόδοση των αλόγων στον Ηρακλή από τον πατέρα του, ο ήρωας του χάρισε τη ζωή και τον προόριζε για δούλο. Τον εξαγόρασε η αδερφή του Ησιόνη και από τότε ονομάστηκε Πρίαμος (από το ρήμα πρίαμαι = εξαγοράζω) και έγινε νόμιμος βασιλιάς της Τροίας. Ακολούθησαν οι εκστρατείες εναντίον του Αυγεία, του βασιλιά της Πύλου Νηλέα και εναντίον του βασιλιά της Σπάρτης Ιπποκόοντα.

 

Ο ΗΡΑΚΛΗΣ ΠΑΛΕΥΕΙ ΜΕ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΤΑΥΡΟ Για να καταλάβει το βασίλειο της Ήλιδας του Αυγεία μονομάχησε και σκότωσε μετά από ενέδρα τους σιαμαίους Ακτορίονες. Στην Πύλο σκότωσε τον Νηλέα και τους έντεκα γιους του επειδή αρνήθηκαν να τον καθάρουν από το φόνο του Ίφιτου. Σώθηκε μόνο ο Νέστορας, που βασίλεψε κατόπιν στην Πύλο. Εναντίον της Σπάρτης ο Ηρακλής εκστράτευσε για να τιμωρήσει τους φονιάδες του εξαδέλφου του Οιωνού. Όταν ο Οιωνός είχε επισκεφθεί κάποτε τη Σπάρτη σκότωσε ένα σκύλο του Ιπποκόοντα που του είχε επιτεθεί. Τότε οι γιοι του Ιπποκόοντα τον θανάτωσαν για τιμωρία. Ο Ηρακλής τιμώρησε τους Ιπποκοοντίδες σκοτώνοντάς τους όλους, αλλά οι απώλειες των συντρόφων του ήταν σοβαρές. Χάθηκαν ο αδερφός του Ιφικλής και ο βασιλιάς της Τεγέας Κηφέας μαζί με τους είκοσι γιους του.Μετά τις εκστρατείες του ο Ηρακλής αποφάσισε πως έπρεπε να νοικοκυρευτεί. Έτσι πήγε στο βασιλιά της Καλυδώνας Οινέα, πατέρα του Μελέαγρου, που, όπως είδαμε, είχε συναντήσει στον Άδη και όπως υποσχέθηκε στο νεκρό, ζήτησε για γυναίκα του την κόρη του Δηιάνειρα.

 Την όμορφη κόρη διεκδικούσε για λογαριασμό του και ο ποτάμιος θεός Αχελώος. Αυτός μεταμορφωμένος σε ταύρο κάλεσε τον Ηρακλή σε μονομαχία. Ο ήρωας δεν ήταν από αυτούς που απέφευγαν τις προκλήσεις. Πάλεψε με τον ποτάμιο θεό και πάνω στην πάλη του άρπαξε ένα από τα κέρατά του. Το κέρατο αυτό το αντάλλαξε με το κέρας της Αμάλθειας που κατείχε ο Αχελώος. Όπως είναι γνωστό, η Αμάλθεια ήταν η κατσίκα που ανάθρεψε τον Δία όταν ήταν μωρό ακόμη στο όρος Ίδη της Κρήτης. Το κέρας της έδινε πλούσια ελέη σε τροφή και ποτό σε όποιον το κατείχε. Ο Ηρακλής δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα νεύρα του και τη δύναμή του. Έτσι, στη λίστα των αθώων ανθρώπων που σκότωσε προστέθηκε και ένας συγγενής του Οινέα, που τον έστειλε στον άλλο κόσμο ύστερα από παρεξήγηση σε κάποιο γλέντι. Ο Ηρακλής πήρε τη Δηιάνειρα και ξεκίνησε για τη χώρα των Τραχίνων όπου αποφάσισε να αυτοεξοριστεί. Καθοδόν έπρεπε να περάσει από τον ποταμό Εύηνο στην Αιτωλία.

Εκεί είχε καταφύγει ο Κένταυρος Νέσσος μετά από την εξόντωση των υπόλοιπων Κενταύρων από τον Ηρακλή στο επεισόδιο στη Φολόη της Αρκαδίας. Ο Νέσσος εκτελούσε χρέη πορθμέα του ποταμού, δηλαδή περνούσε απέναντι όποιον ήθελε να διαβεί το ποτάμι. Ο Ηρακλής βέβαια δεν είχε ανάγκη από κάτι τέτοια και πέρασε μόνος του το ποτάμι. Υπήρχε όμως και η Δηιάνειρα. Αυτήν πήρε στη ράχη του ο Νέσσος και την πέρασε απέναντι. Μόλις τελείωσε το έργο του απαίτησε αμοιβή. Επιτέθηκε με ανήθικους σκοπούς στη Δηιάνειρα, οι δυνατές φωνές της οποίας κινητοποίησαν τον Ηρακλή, ο οποίος με μια σαϊτιά έκοψε το νήμα της ζωής του Νέσσου.

Πεθαίνοντας ο Νέσσος συμβούλεψε τη Δηιάνειρα να αναμίξει το σπέρμα του με το αίμα που έρεε από την πληγή του για να φτιάξει ένα φίλτρο που θα έδενε τον Ηρακλή για πάντα κοντά της. Στο αίμα του όμως είχε εισχωρήσει το δηλητήριο της Λερναίας ύδρας από το βέλος του Ηρακλή. Ο Ηρακλής θυμόταν ακόμα την ασυνέπεια του βασιλιά της Οιχαλίας Εύρυτου και από την Τραχίνα με πολλούς άλλους εκστράτευσε εναντίον του. Τον κατανίκησε σκοτώνοντας αυτόν και τους γιους του και απαγάγοντας την Ιόλη. Ακούγοντας η Δηιάνειρα την απαγωγή της Ιόλης ζήλεψε τόσο πολύ που θυμήθηκε το φίλτρο του Νέσσου και εμπότισε μ' αυτό το χιτώνα του Ηρακλή. Όταν ο ήρωας φόρεσε το ρούχο, το ένιωσε να κολλά επάνω του και επιχειρώντας να το βγάλει έσκιζε μαζί και τις σάρκες του. Η Δηιάνειρα αυτοκτόνησε και ο Ηρακλής, αφού όρκισε το γιο του Ύλλο να παντρευτεί την Ιόλη, άναψε μεγάλη πυρά και μπήκε μέσα για να καεί. Ένα σύννεφο όμως τον άρπαξε και τον μετέφερε κοντά στους θεούς όπου έγινε αθάνατος, συμφιλιώθηκε με την Ήρα και παντρεύτηκε την κόρη της από τον Δία, την Ήβη.

ΜΕΝΟΥ