ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΤΟΥ ΠΕΛΙΑ
Ο ανυποψίαστος νέος δεν ήξερε ποιον είχε μπροστά του και σε ποιον αποκάλυπτε το σκοπό του ερχομού του. Μα ο Πελίας σκέφτηκε πως δεν έπρεπε να δείξει ότι φοβάται. Ψύχραιμος, έπρεπε ν' αντιμετωπίσει την κατάσταση. Να βρει κάποια αποτελεσματική λύση. Χαμογέλασε με κόπο στο νέο, σαν να ήθελε να του δείξει την κατανόησή του.
Ξαφνικά το πλήθος κινήθηκε προς τα πίσω, άνοιξε δρόμο. Στάθηκε και παρακολουθούσε με αγωνία τη σκηνή. Ένας άντρας μεσήλικας έκανε την εμφάνισή του. Έτρεξε κι αγκάλιασε τον Ιάσονα. Τον έσφιξε δυνατά κι άρχισε να τον φιλά, ενώ τα δάκρυα έτρεχαν ποτάμι από τα μάτια του. Ήταν ο πατέρας του, ο Αίσονας, που είχε έρθει κι αυτός για τη θυσία. Ακολούθησαν οι θείοι του Ιάσονα και τα ξαδέρφια του. Ένα τρελό, ξέφρενο πανηγύρι χαράς για κείνη την ανέλπιστη συνάντηση έστησαν όλοι.
Ο Ιάσονας τους φιλοξένησε όλους στο σπίτι του πατέρα του πέντε μερόνυχτα (γιατί είχαν έρθει από μακρινά μέρη: ο Φέρης και ο Άδμητος, από τις θεσσαλικές Φερρές, ο Αμυθάονας και ο Μελάμποδας, από τη Μεσσηνία). Την έκτη μέρα τους αποκάλυψε το σχέδιό του: τη διεκδίκηση των νόμιμων δικαιωμάτων του πατέρα του, την αφαίρεση της εξουσίας από τον Πελία. Όλοι συμφώνησαν μαζί του και αποφάσισαν να τον συνοδέψουν στο παλάτι. Όταν έφτασαν, παρουσιάστηκαν στο βασιλιά, που τους δέχτηκε με προσποιητή εγκαρδιότητα. Ο Ιάσονας μίλησε με θάρρος, αλλά και με διάθεση συγκαταβατικότητας. Η σωφροσύνη που τον δίδαξε ο σοφός του δάσκαλος Χείρωνας, κυριάρχησε στα πάθη της οργής και της αγανάκτησης για την αδικία, που είναι φυσικό να τα εξάπτει ακόμα περισσότερο η ορμητικότητα και ο ενθουσιασμός της νεανικής φύσης.
"Έχουμε κοινή καταγωγή", είπε, "από μια γυναίκα. Γι' αυτό δεν είναι σωστό να μαλώνουμε. Ας ξεχάσουμε ό,τι έγινε μέχρι τώρα. Ας πρυτανεύσει η λογική. Προτείνω ένα σχέδιο ειρηνικής μοιρασιάς. Κράτησε τα κοπάδια και τα χωράφια, που πήρες από τον πατέρα μου, αλλά δώσε μου το σκήπτρο και το θρόνο που μου ανήκουν". Ήρεμα, τότε, του απάντησε κι ο Πελίας: "Ευχαρίστως θα σου παράδινα ό,τι ζήτησες. Υπάρχει όμως κάτι που με κάνει ν' ανησυχώ: μια απαίτηση των υποχθόνιων θεών. Η ψυχή του Φρίξου παρουσιάστηκε στ' όνειρό μου και με παρακάλεσε να πάει κάποιος στο παλάτι του Αιήτη, απ' όπου θα φέρει πίσω την ψυχή του και το χρυσόμαλλο δέρας.
Ρώτησα ύστερα το μαντείο των Δελφών κι εκείνο μου έδωσε εντολή να στείλω γι' αυτόν το σκοπό ένα καράβι. Μα είμαι ήδη πολύ γέρος κι ανήμπορος για τέτοιες κουτουράδες. Εσύ όμως είσαι στο άνθος της νεανικής σου δύναμης και μπορείς να το κάνεις. Σου δίνω λοιπόν όρκο και μάρτυρές μου ας είναι οι θεοί ότι, μόλις επιστρέψεις από το ταξίδι και φέρεις το χρυσόμαλλο δέρας, θα σου παραδώσω το σκήπτρο και το θρόνο που ζητάς".
Φυσικά, ούτε όνειρο τέτοιο είχε δει ποτέ ο Πελίας, ούτε σκόπευε να παραδώσει την εξουσία στον ανιψιό του. Μα όλα αυτά τα είπε, γιατί ήταν σίγουρος ότι το έργο που του ανέθετε ήταν τόσο δύσκολο κι επικίνδυνο, που δεν υπήρχε καμιά ελπίδα να στεφθεί μ' επιτυχία. Θα έφευγε λοιπόν εκείνος σ' ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή και οι όρκοι θα ήταν πλέον άκυροι, εφόσον δε θα εκπληρώνονταν προηγουμένως οι όροι για τη δέσμευσή του.