Η ΑΝΑΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΙΑΣΟΝΑ ΚΑΙ Ο ΧΡΗΣΜΟΣ
Είναι χαρακτηριστική η προσπάθειά τους ν' αρπάξουν, με έφοδο, τις γυναίκες των γειτόνων τους Λαπιθών, που θεωρούνταν οι πρώτοι κάτοικοι της Θεσσαλίας. Ωστόσο ο Χείρωνας δεν έμοιαζε καθόλου με τους ομόφυλούς του. Είχε μια ξεχωριστή ευγένεια ψυχής και σπάνιες αρετές: Από τους θεούς είχε πάρει το χάρισμα της ιατρικής επιστήμης και υπήρξε δάσκαλος του Ασκληπιού μαθαίνοντάς του πώς να θεραπεύει και δύσκολες ασθένειες και να σώζει τη ζωή ακόμα και ετοιμοθάνατων ανθρώπων. Ο ίδιος, άλλωστε, υπήρξε ο πρώτος δάσκαλος του Αχιλλέα, στον οποίο έμαθε τα μυστικά της ιατρικής, της μουσικής, την αυτοπειθαρχία και τον αυτοσεβασμό.
Σ' αυτόν λοιπόν παραδόθηκε ο μικρός Ιάσονας, για να σωθεί από τη μανία του θείου του. Ταυτόχρονα όμως οι γονείς του επινόησαν ένα υπέροχο σχέδιο για να ξεγελάσουν τον Πελία: Διέδωσαν αρχικά πως το παιδί είναι άρρωστο βαριά και σε λίγο πως πέθανε και στον οικογενειακό τους κύκλο όλοι μαυροφόρεσαν, άρχισαν να θρηνούν και να υποκρίνονται τους περίλυπους. Η χαρά και η ικανοποίηση του Πελία ήταν τότε απερίγραπτες. Ο -υποτιθέμενος- θάνατος του Ιάσονα τον είχε βγάλει από τον κόπο να διαπράξει μια ακόμη ανόσια πράξη. Έτσι ο Ιάσονας έμεινε κοντά στο θετό του πατέρα, που τον μεγάλωσε με ιδιαίτερη στοργή και αγάπη και του έδωσε όλα τα απαραίτητα για τη ζωή, πνευματικά και ηθικά εφόδια: του έμαθε το σεβασμό προς τους θεούς, τη δικαιοσύνη, τη στρατιωτική ανδρεία, την ιατρική επιστήμη και τη μουσική.
Στο έργο του τον βοήθησαν η γυναίκα του και η μάνα του, που ονομάζονταν Χαρικλώ και Φιλύρα αντίστοιχα. Ήταν δυο γυναίκες, θαρρείς, γεννημένες για το έργο της εκπαίδευσης και διαπαιδαγώγησης. Διέθεταν υπομονή ατέλειωτη, μα, προπάντων, στοργή και αγάπη άμετρη.
Το κυνήγι, με το αλάνθαστο σημάδεμα στο στόχο που απαιτείται, ήταν μία από τις πιο αγαπημένες ενασχολήσεις των υπέροχων εκείνων γυναικών. Ο Ιάσονας, μαθαίνοντας να σημαδεύει και να βρίσκει μ' επιτυχία το στόχο του, έμαθε συνάμα την αυτοσυγκέντρωση και αυτοπειθαρχία, αρετές που έμελλε να του χρησιμεύσουν αργότερα στην περιπετειώδη ζωή του.
Φυσικά, οι πραγματικοί γονείς του παιδιού δε διέκοψαν κάθε επαφή μαζί του. Όποτε έβρισκαν την ευκαιρία, μακριά από το άγρυπνο βλέμμα του Πελία, ανηφόριζαν τους πρόποδες του Πηλίου, ανάμεσα στα πανύψηλα δέντρα και τους πυκνόφυτους θάμνους, όπου μόνο πουλιά κι αγρίμια ζούσαν, και έβλεπαν με χαρά και ικανοποίηση το επιμελημένο έργο του σοφού παιδαγωγού, το συνταίριασμα της σωματικής και πνευματικής ανάπτυξης του παιδιού.
Στο μεταξύ ο σκληρός τύραννος άρχισε να νιώθει φοβερές τύψεις συνείδησης για τις κακές του πράξεις και η ανησυχία του για το μέλλον του έγινε σωστός εφιάλτης. Πήγε λοιπόν να ρωτήσει το μαντείο για την τύχη του και για την τύχη του θρόνου του.
Κι ο Απόλλωνας με το στόμα του μάντη του είπε τα εξής παράξενα: "Θα χάσεις τη ζωή σου από κάποιον απόγονο του Αιόλου. Προπάντων όμως θα πρέπει να δώσεις προσοχή στον μονοσάνδαλο, που θα κατέβει στην Ιωλκό από ψηλές τοποθεσίες". Ο Πελίας κράτησε στο μυαλό του αυτά τα λόγια κι αναρωτιόταν ποιος να είναι ο απόγονος του Αιόλου που θα τον σκότωνε. Θα έχανε λοιπόν τη ζωή του όχι από φυσιολογικό θάνατο, αλλά από το χέρι κάποιου ανθρώπου και μάλιστα συγγενή του! Κι ο μονοσάνδαλος; Ποιος θα τολμούσε να παρουσιαστεί μπροστά στο βασιλιά με μια τέτοια αταίριαστη περιβολή; Γιατί ακόμα και θεός να ήταν, θα έδινε τη φριχτή εντύπωση ότι ερχόταν από έναν άλλο κόσμο και ίσως από τον αραχνιασμένο Άδη. Αυτό θα ήταν σημάδι ότι ανήκει με το ένα πόδι σ' εκείνον τον κόσμο, γι' αυτό και άφησε το ένα σαντάλι του εκεί, σαν ενέχυρο. Καθετί όμως που προερχόταν από τον Άδη προκαλούσε τη φρίκη και την αποστροφή στους ζωντανούς.